Sunday, July 1, 2007

ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑΣ

ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑΣ

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα που παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλο σχεδόν τον υπόλοιπο κόσμο, έχουν φέρει ξανά και με δυναμικό τρόπο στο προσκήνιο της επικαιρότητας το σύγχρονο περιβαλλοντικό πρόβλημα. Οι συζητήσεις επικεντρώνονται περισσότερο από ποτέ στις λύσεις και στις διεξόδους που πρέπει να βρούμε, ώστε να αποτρέψουμε ακόμα πιο καταστροφικά φαινόμενα. Αυτό είναι ως ένα βαθμό αναπόφευκτο και φυσιολογικό, καθώς βρισκόμαστε πλέον σε οριακό σημείο. Οι δραματικές κλιματικές και άλλες αλλαγές που βιώνει ένα πολύ μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού έχουν επιβάλει de facto πλέον τη συμβατική λογική ότι «η καταστροφή δυστυχώς έγινε και αυτό με το οποίο επείγει κατεξοχήν να ασχοληθούμε είναι πώς θα την αντιμετωπίσουμε».
Όσο σωστή και επείγουσα είναι αυτή η ρεαλιστική και προσγειωμένη αντιμετώπιση του προβλήματος και όσο σημαντικό είναι να ασχοληθούμε αυτή τη στιγμή με το μέλλον του κόσμου μας και να αναλάβουμε επιτέλους δράση, άλλο τόσο σημαντικό είναι για την μελλοντική πορεία μας να εντοπίσουμε και να κατανοήσουμε τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την περιβαλλοντική κρίση. Όχι, όμως, τους λόγους τους προφανείς και τους εξόφθαλμους, τους οποίους οι επιστήμονες έχουν διαγνώσει και μας τους έχουν κοινοποιήσει εδώ και καιρό, αλλά τους βαθύτερους. Η υπερβολική π.χ. εκπομπή αερίων από τις βιομηχανίες και τα αυτοκίνητα που έχει οδηγήσει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και η κάθε είδους ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος δεν είναι παρά οι τελικές εκδηλώσεις και τα ορατά αποτελέσματα μιας βαθύτερης «φιλοσοφίας» απέναντι στο φυσικό περιβάλλον. Το περιβαλλοντικό ζήτημα είναι στη βάση του ηθικό και έχει να κάνει τελικά με την αντίληψη που έχουμε σχηματίσει ως νεότερος δυτικός κόσμος όσον αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και το γύρω του περιβάλλον.
Η εξέταση, όμως, της αντίληψης που έχουμε πάνω σε αυτό το ζήτημα μας οδηγεί αναπόφευκτα και στην εξέταση της ίδιας της μοντέρνας δυτικής κουλτούρας και κοσμοθεωρίας. Πιο συγκεκριμένα, τίθενται τελικά επί τάπητος ορισμένες από τις βαθύτερες παραδοχές και αξίες με τις οποίες πορεύεται από τα τέλη σχεδόν του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα η δυτική Ευρώπη. Η σκοπιά δηλαδή από την οποία αντιμετωπίζουμε σήμερα τη φύση και τη σχέση μας με αυτήν, καθώς και η συμπεριφορά μας απέναντι σε αυτήν, δεν είναι παρά τα αποκυήματα του βασικού δόγματος με το οποίο η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός γαλούχησαν το μοντέρνο δυτικό άνθρωπο και στο οποίο δομήθηκε όλη η νεωτερικότητα: ότι δηλαδή «ο άνθρωπος είναι το κέντρο του κόσμου και ως εκ τούτου έχει το δικαίωμα να τον εκμεταλλευτεί για την ατομική του ευτυχία και πρόοδο». Αυτή η αλαζονική, υπερφίαλη και ασεβής προς κάθε τι μη ανθρώπινο λογική, επενδυμένη με το απατηλό περίβλημα ενός δήθεν ανθρωπιστικού σκοπού (της πανανθρώπινης ευημερίας), στην πραγματικότητα βέβαια καταστροφικού, ήταν το πρώτο αίτιο που οδήγησε κατ’ αρχήν στην πλήρη αποξένωση και αποκοπή του μοντέρνου ανθρώπου από το - φευ! - απαραίτητο για τον ίδιο φυσικό περιβάλλον, και έπειτα κατά μοιραίο τρόπο σε μια αλαζονική και ατιμωτική συμπεριφορά απέναντι σε αυτό. Η βιομηχανική επανάσταση, οι επιστημονικές ανακαλύψεις και η τεχνολογική εξέλιξη που ακολούθησαν και που έδωσαν και δίνουν και σήμερα τη δυνατότητα για ακόμα μεγαλύτερη απομύζηση του φυσικού κόσμου (με τα θλιβερά αποτελέσματα που βλέπουμε), δεν ήταν παρά τα αναπόφευκτα προϊόντα της ίδιας αυτής πεποίθησης του δυτικού κόσμου.
Αυτό συνεπώς με το οποίο πρέπει τελικά να έρθουμε αντιμέτωποι είναι η ίδια μας η συνείδηση, ο ίδιος μας ο εαυτός ως συγκροτημένο ιστορικό πρόσωπο, και ως φορέας μιας συγκεκριμένης κοσμοαντίληψης και συγκεκριμένων πολιτισμικών αξιών. Απαιτείται μια γενναία αυτοκριτική και μια ανυπόκριτη αποστασιοποίηση από όλα όσα μέχρι τώρα θεωρούμε σωστά και αυτονόητα όσον αφορά τη σχέση μας με το περιβάλλον. Τούτο σημαίνει ότι δεν πρέπει μόνο να ληφθούν μέτρα για την αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ισορροπίας – αυτή είναι η συμπτωματολογική αντιμετώπιση –, αλλά κυρίως να επιδιωχθεί από τον καθένα μας ξεχωριστά η αποκατάσταση της ηθικής σχέσης μας με τον κόσμο που μας περιβάλλει, η οποία υπό τις παρούσες συνθήκες είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η ληστρική νοοτροπία που μας διακατέχει απέναντι στη φύση και με την οποία μεγαλώσαμε στον «πολιτισμένο» δυτικό κόσμο, πρέπει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα να ξεριζωθεί από τις συνειδήσεις μας. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε ξανά οτιδήποτε έξω από μας όχι σαν ένα αντικείμενο προς εκμετάλλευση και πλουτισμό, αλλά σαν ένα ισότιμο, ισάξιο και σεβαστό ον, και μόνο με αυτό τον τρόπο θα αποτραπούν μελλοντικές περιβαλλοντικές κρίσεις.
Ίσως λοιπόν το στοίχημα να είναι απλά η ανάκτηση του status quo που υπήρχε ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση πριν από τη νεωτερικότητα. Όλοι ανεξαιρέτως οι προνεωτερικοί πολιτισμοί, καθώς και αυτοί που ακόμα δεν έχουν ενδυθεί τον δυτικό τρόπο ζωής (ορισμένοι δηλαδή ιθαγενείς πληθυσμοί), μας διδάσκουν έναν βαθύ και ειλικρινή σεβασμό απέναντι στη φύση και απέναντι στην ιερότητά της. Οι αρχαίοι Έλληνες είναι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση, καθώς μέσα στα πλαίσια του παγανισμού και του πανθεϊσμού τους αντιμετώπιζαν τη φύση ως μια πολύπλευρη θεϊκή υπόσταση (κάθε φυσικό στοιχείο και φαινόμενο ήταν και μια θεότητα) και ως ένα κόσμημα, όπως δείχνει και η αρχαία λέξη κόσμος, του οποίου η αρμονία και η τελειότητα άξιζε το θαυμασμό του ανθρώπου.
Η ανάκτηση, όμως, αυτής της πραγματικά ηθικής στάσης απέναντι στη φύση έχει μια βασική προϋπόθεση: να αρνηθούμε και το αλαζονικό ανθρωποκεντρικό δόγμα με το οποίο έχουμε μάθει να ζούμε ή, με άλλα λόγια, να αποδεχτούμε και εμείς, όπως και όλοι οι προμοντέρνοι άνθρωποι, ότι δεν είμαστε έξω από τη φύση και τον κόσμο, αλλά μέσα σε αυτά, και ότι χωρίς αυτά δεν μπορούμε να ζήσουμε πραγματικά ευτυχισμένοι. Με αυτό τον τρόπο θα καταδειχτεί ξεκάθαρα μεταξύ των άλλων ότι ο ανθρωποκεντρισμός της Δύσης για τον οποίο πολλοί συχνά κομπάζουν, δεν είναι παρά ένας δυνάμει απάνθρωπος και επικίνδυνος ατομοκεντρισμός. Θα πάρουμε συνεπώς και ένα καλό μάθημα ανθρωπισμού………

Thursday, April 19, 2007

Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Ένα από τα πολλά προπύργια του παλαιού κόσμου τα οποία γκρέμισε η νεωτερικότητα με αιχμή του δόρατος τον Διαφωτισμό ήταν και η πρόσβαση στη γνώση. Ενώ μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα η μόρφωση και η εξ αυτής σοφία ήταν σε κάθε μορφή πολιτισμού (με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις) υπόθεση των λίγων, των εκλεκτών, των οικονομικά ισχυρών ή και του ιερατείου, στη συνέχεια η δυνατότητα απόκτησης γνώσεων όχι μόνο αποσυνδέθηκε από τέτοιου είδους κοινωνικούς, κληρονομικούς ή θρησκευτικούς επικαθορισμούς, αλλά έγινε η ίδια μια ανώτερη αξία. Οι Διαφωτιστές προγραμματικά συνέδεσαν την ανθρώπινη ευτυχία και πρόοδο με την πνευματική καλλιέργεια και τη μόρφωση και ως εκ τούτου θεώρησαν εκ των ων ουκ ανευ τον εκδημοκρατισμό της γνώσης και την ελεύθερη και ισότιμη παροχή εκπαίδευσης σε όλους – αν και ήδη από την Αναγέννηση με το πρότυπο του homo universalis είχε ανοίξει δειλά αυτός ο δρόμος. Το σύμβολο βέβαια και η επιτομή αυτής της εμμονής του Διαφωτισμού με την πλατιά διάδοση της γνώσης ήταν το μεγαλειώδες πραγματικά εγχείρημα της Εγκυκλοπαίδειας των Νταλλαμπέρ, Κοντιγιάκ, Χόλμπαχ και Ελβέτιου – για να μην αναφέρουμε τις πλούσιες παιδαγωγικές ανησυχίες πολλών διαφωτιστών (π.χ. του Ρουσσώ).
Κανείς εχέφρων δε θα μπορούσε σήμερα να αρνηθεί ότι αυτό το ξεκλείδωμα της γνώσης το οποίο πέτυχε ο Διαφωτισμός υπήρξε ένα κοσμοϊστορικό γεγονός το οποίο άλλαξε ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό. Χάρη σε αυτό ακριβώς μπόρεσε να δομηθεί ως ιστορικό πρόσωπο ο νεότερος δυτικός άνθρωπος, ο ενσυνείδητος δηλαδή και ελεύθερος πολίτης, ο οποίος γνωρίζει τα δικαιώματά του και ως εκ τούτου έχει συμμετοχή στη διαμόρφωση του κόσμου, χωρίς να άγεται και να φέρεται ή να χειραγωγείται από την κάθε λογής εξουσία άβουλος, αδιαμόρφωτος και συσκοτισμένος. Κοιτάζουμε με πραγματική φρίκη προς το παρελθόν, όταν αναλογιζόμαστε πόσα εκατομμύρια άνθρωποι πέρασαν τη ζωή τους χωρίς να έχουν εκείνες έστω τις στοιχειώδεις γνώσεις που θα τους επέτρεπαν να ζήσουν με περισσότερη αξιοπρέπεια και ευτυχία ή τουλάχιστον να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή.
Όταν βέβαια οι Διαφωτιστές πρότειναν αυτό το πλατύ άνοιγμα της γνώσης, δε μπορούσαν να διακρίνουν λόγω του ζήλου τους και του ενθουσιασμού τους να ανατρέψουν την καθεστηκυία τάξη, τις παγίδες και τα σοβαρά προβλήματα τα οποία εκ των πραγμάτων ελλοχεύουν μέσα στο εγχείρημα του εκδημοκρατισμού και της ευρείας διάδοσης της γνώσης. Από την αρχαιότητα ήδη, είτε αλληγορικά μέσα από μύθους (π.χ. της Πανδώρας ή του Προμηθέα) είτε ευθέως μέσα από τα έργα κορυφαίων φιλοσόφων και διανοητών, είχε τονιστεί η προσοχή, η φειδώ ή και η ευλάβεια με την οποία πρέπει να προσεγγίζουμε πάντοτε τη γνώση και γενικότερα τη σοφία. Η Πανδώρα από την περιέργειά της να μάθει και να γνωρίσει τι έκρυβε το πιθάρι της σκόρπισε τις συμφορές στον κόσμο, ενώ ο θρασύς και υβριστής Προμηθέας, επειδή έκλεψε τη φωτιά και προσέφερε αυτή την πολύτιμη γνώση στους ανθρώπους, καταδικάστηκε στο γνωστό βασανιστήριο του Καυκάσου. Ο Ηράκλειτος, εξάλλου, έλεγε «πολυμαθίη νόον έχειν ου διδάσκει», ο Ανάξαρχος κατά παρόμοιο τρόπο τόνιζε «πολυμαθίη κάρτα (=πολύ) μεν ωφελεί, κάρτα δε βλάπτει….χρη δε καιρού μέτρα ειδέναι⁻ σοφίης γαρ ουτος όρος», ενώ ο Σωκράτης και ο Πλάτων δίδασκαν ότι για κάθε τι πρέπει να μιλούν όσοι πραγματικά έχουν γνώση επ’ αυτού, δηλαδή οι επαΐοντες, και ότι η απόκτηση γνώσης από μόνη της χωρίς την αρετή, όπως πρότειναν οι γυρολόγοι σοφιστές, δεν έχει κανένα απολύτως αντίκρυσμα και είναι κούφια.
Αυτούς τους κινδύνους τους αντιμετωπίζουμε σήμερα στη χειρότερη μορφή τους. Η πραγματικά απόλυτα ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση σε κάθε είδους γνώση που έχει επέλθει χάρη στις νέες τεχνολογίες και ειδικά χάρη στο Διαδίκτυο, παρότι χαιρετίζεται συχνά πυκνά ως μια τεράστια κατάκτηση της ανθρωπότητας, έχει οδηγήσει μοιραία στον εκφυλισμό, στην υπεραπλούστευση, στη σχηματοποίηση και εντέλει στην καταστροφή της ίδιας της γνώσης και της ουσίας της. Η ποσότητα – μας διδάσκουν και πάλι οι αρχαίοι Έλληνες με το ρητό «ουκ εν τω πολλώ το ευ» – δε μπορεί να συνδυαστεί με την ποιότητα, πολύ περισσότερο όταν θέλουμε να κατακτήσουμε τη σοφία. Όταν η γνώση γίνεται μια ακόμα πληροφορία μέσα στο χάος των υπόλοιπων πληροφοριών και όταν όλες αυτές οι πληροφορίες διαδέχονται η μία την άλλη εν ριπή οφθαλμού, μόνο τη σοφία και την αλήθεια δε μπορούμε να κατακτήσουμε. Αντίθετα, οδηγούμαστε στην ημιμάθεια, στην επιφανειακή πολυμάθεια και εν τέλει σε μια αλαζονική και γραφική δοκησισοφία. Και έτσι στο όνομα ενός καλοπροαίρετου ομολογουμένως εκδημοκρατισμού της γνώσης αποκτούν όλοι πλέον τη δυνατότητα να εκφέρουν γνώμη για τα πάντα, χωρίς όμως να έχουν τις πραγματικές και ουσιαστικές γνώσεις και ικανότητες γι’ αυτό.
Η πρόσφατη αναταραχή γύρω από το νέο βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού ήρθε να επιβεβαιώσει και να επαληθεύσει πανηγυρικά αυτό τον πλήρη ευτελισμό της γνώσης. Άνθρωποι που δεν είναι επιστήμονες ή δεν είναι ιστορικοί εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και βγήκαν στην «αγορά» να πουν και αυτοί τη δική τους γνώμη. Θεμιτή η επιθυμία τους, αλλά τα όρια της επιστήμης πού ακριβώς βρίσκονται; Πώς μπορεί κάποιος άσχετος να εκφέρει γνώμη; Η δυνατότητα που υπάρχει σήμερα στον καθένα να βρει όποια πληροφορία (προσοχή: πληροφορία) θέλει για την επανάσταση π.χ. του 1821 πώς είναι δυνατόν να τού παρέχει αυτόχρημα και το δικαίωμα να εκφέρει επιστημονικού επιπέδου απόψεις και αξιωματικά συμπεράσματα γύρω από αυτό το ιστορικό γεγονός; Ας αποσυρθούν τότε και ας σιωπήσουν για πάντα όλοι οι επιστήμονες-ιστορικοί, αυτοί που σπούδασαν και γνωρίζουν αν όχι άριστα, τουλάχιστον καλύτερα από όλους τους άλλους που δεν σπούδασαν ιστορία, για να αποφανθεί η κοινή γνώμη, η οποία επειδή έχει το αναφαίρετο δικαίωμα στη γνώση έχει και το αναφαίρετο δικαίωμα στην αερολογία….Είναι προφανές ότι ο λαϊκισμός και η εκλαΐκευση ειδικά στο χώρο της επιστήμης είναι τόσο επιζήμια στοιχεία όσο και τα ζιζάνια για μια καλλιέργεια. Είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι, η κάθε επιστήμη δεν μπορεί να είναι ένα απόλυτα κοινό κτήμα και δεν κατακτάται με την εμπειρική, επιφανειακή και πρόχειρη συνάθροιση πληροφοριών. Χρειάζονται πολύ περισσότερα πράγματα, όπως ειδικές γνώσεις και συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, τα οποία αποκτά κανείς επίπονα και σταδιακά και πάντως όχι απλά διαβάζοντας ένα άρθρο, μια επιφυλλίδα ή το λήμμα μιας εγκυκλοπαίδειας, όπως πιστεύουν αρκετοί.
Όλα αυτά δε σημαίνουν βέβαια σε καμία περίπτωση ότι η γνώση, η επιστήμη και εντέλει η σοφία που μπορούν να προσφέρουν, πρέπει να ξαναγίνουν, όπως πριν από το Διαφωτισμό, προνόμιο των λίγων. Η διάδοση της γνώσης είναι ένα πραγματικό κεκτημένο της Δύσης το οποίο πρέπει να προφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού. Είναι, όμως, εντελώς διαφορετικό αυτό το ζήτημα από τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαχειριζόμαστε αυτή την ελεύθερη και διαδεδομένη γνώση. Αν πραγματικά θεωρούμε πολύτιμη τη γνώση και τη σοφία για τη ζωή μας (και έτσι είναι), τότε θα πρέπει να έχουμε πάντοτε ενεργές εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας οι οποίες προφυλάσσουν αυτά τα αγαθά από τον ευτελισμό και την απαξίωσή τους. Ειδάλλως θα ζούμε μέσα στην ημιμάθεια και με την ψευδαίσθηση μιας εγγραμματοσύνης η οποία δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα ατάκτως ερριμμένων πληροφοριών….
ΕΘΝΟΣ: ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Η΄ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;

Η διαφωτιστική πεποίθηση και αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι οδήγησε, όπως είδαμε και στο προηγούμενο σημείωμα, σε μια σταδιακή αδιαφορία για τις έννοιες της ιδιαιτερότητας, της ετερότητας και εν τέλει της εθνικής ταυτότητας. Ο σημερινός επίγονος αυτής της πεποίθησης, η περίφημη «παγκοσμιοποίηση», στοχεύει και πιστεύει απόλυτα σε μια ομοιομορφία και ενότητα του παγκόσμιου πληθυσμού η οποία αγνοεί εξίσου επιδεικτικά κάθε άλλο παράγοντα που μπορεί να δίνει στις συνθήκες ζωής του κάθε τόπου ιδιαίτερο χαρακτήρα.
Είναι σαφές πως όσοι στοιχίζονται με αυτή την άποψη, οδηγούνται και σε μια de facto παραδοχή: ότι οι διαφορές που λέγεται ότι υπάρχουν ανάμεσα στις κατά τόπους πληθυσμιακές ομάδες, δηλαδή οι εθνικές ταυτότητες και ιδιαιτερότητες, δεν είναι πραγματικές και αληθινές, αλλά κατασκευασμένες και φανταστικές. Η ετερότητα και το έθνος θεωρούνται από αυτή την οπτική γωνία όχι ως πραγματικά, ιστορικά γεγονότα και ως πραγματικές ιστορικές κατηγορίες, αλλά ως ιδεολογικά εποικοδομήματα τα οποία επινοούνται και δομούνται από τις επιμέρους ομάδες ανθρώπων με στόχο την κατίσχυση και την κυριαρχία της μιας ομάδας επί της άλλης. Το υλικό με το οποίο χτίζονται αυτά τα φανταστικά οικοδομήματα, σύμφωνα με την παραπάνω θεώρηση, είναι βέβαια το παρελθόν, δηλαδή η ιστορία. Το έθνος, λένε, δεν είναι τίποτα άλλο από μια σειρά άσχετων χαρακτηριστικών τα οποία έχουν ανασυρθεί από το παρελθόν και έχουν τακτοποιηθεί και ταξινομηθεί προσεκτικά, ώστε να σχηματιστεί μια συνεκτική αλλά απατηλή δέσμη «εθνικών» γνωρισμάτων και να αποκρυσταλλωθεί μια ταυτότητα η οποία νομιμοποιείται τελικά λόγω του ιστορικού βάθους που τής αποδίδεται. Το παρόν, με άλλα λόγια, προβάλλεται στο παρελθόν. Η μυθολογία συνεπώς θεωρείται ως το βασικό εργαλείο για τη συγκρότηση και τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης .
Πρόκειται ομολογουμένως για μια γυαλιστερή θεωρία, η οποία προσελκύει κατά καιρούς με την επιστημοφάνειά της πολλούς επίδοξους «απομυθοποιητές». Πίσω από αυτήν, όμως, κρύβεται μια τερατώδης αφέλεια στενά δεμένη με μια ύπουλα κρυμμένη παρερμηνεία της έννοιας του έθνους. Όσοι παρουσιάζουν την εθνική ετερότητα ως μια ιδεολογική και μόνο κατασκευή που δεν έχει πραγματικό αντίκρυσμα, δεν έχουν να πουν τίποτα απολύτως για τις πραγματικές και διαφορετικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν οι διαφορετικές ομάδες ανθρώπων. Οι διαφορές των λαών στη γλώσσα, στη θρησκεία, στα ήθη και στα έθιμα, στις παραδόσεις και ευρύτερα στον πολιτισμό, παρακάμπτονται με μια καταπληκτική αφέλεια και ελαφρότητα ως παράγοντες που δε διαμορφώνουν υποχρεωτικά συλλογικές εθνικές ταυτότητες και συνειδήσεις. Εδώ βέβαια φτάνουμε στα όρια ακόμα και της κοινής λογικής. Γιατί μένουμε πραγματικά αμήχανοι και άφωνοι με την ανοησία εκείνου που ισχυρίζεται π.χ. ότι η εθνική συνείδηση ενός Έλληνα, ενός Τούρκου, ενός Γάλλου και ενός Αλγερινού δε διαμορφώνονται από τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις παραδόσεις, και από τις άλλες παραμέτρους της καθημερινής πραγματικής ζωής τους, αλλά από μια εθνική ιδεολογία και μια ολόκληρη μυθολογία η οποία τους έχει επιβληθεί άνωθεν και της οποίας είναι απλώς ενεργούμενα και φερέφωνα! Πόσο πιο απόκοσμη, αφελής και πρόχειρη μπορεί να είναι μια προσέγγιση των ιστορικών φαινομένων του έθνους και της ετερότητας από αυτή την πλήρη αδιαφορία για τις πραγματικές συνθήκες και τους αντικειμενικούς παράγοντες που τα διαμορφώνουν; Προφανώς καμία από αυτές που διαθέτουν τον στοιχειώδη αυτοσεβασμό……
Αλλά η αφέλεια και η αθωότητα αυτής της θεωρίας έχουν μάλλον και τα όριά τους. Γιατί πίσω από την παντελή άρνηση όλων αυτών των «απομυθοποιητών» να αντικρύσουν τους πραγματικούς και αδιαμφισβήτητους παράγοντες της ζωής που γεννούν αναγκαστικά τις διάφορες εθνικές ομάδες, ταυτότητες και συνειδήσεις, κρύβεται μια μεθοδολογική κουτοπονηριά: η αυθαίρετη και εσκεμμένη συσχέτιση όλων των εθνικών συνειδήσεων με τις θεωρητικές ανησυχίες περί έθνους και τις εθνικιστικές ιδεολογίες που φούντωσαν στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου αιώνα στην Ευρώπη. Είναι αλήθεια ότι ειδικά στη Γερμανία πολλοί ρομαντικοί στοχαστές και ιδεαλιστές φιλόσοφοι με χαρακτηριστική περίπτωση τον Herder, προσπάθησαν να θεμελιώσουν θεωρητικά τις έννοιες του έθνους, της ετερότητας και της ιδιαίτερης τοπικής ταυτότητας, σε μια αντίδρασή τους προς τα καθολικά, πανανθρώπινα και γι’ αυτό το λόγο άκαμπτα σχήματα που είχε θελήσει να επιβάλει ο Διαφωτισμός. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, ο εθνισμός πήρε μια πραγματικά ιδεολογική διάσταση και αποτέλεσε όντως μια προσπάθεια κατασκευής εθνικών ταυτοτήτων μέσα από τη χρήση πολλές φορές ετερόκλιτων ή αβάσιμων ιστορικών τεκμηρίων.
Το να υποστηρίξουμε, όμως, ότι οι εθνικές συνειδήσεις που διαμορφώθηκαν σε καθένα από τα νεοπαγή ευρωπαϊκά εθνικά κράτη του 19ου αιώνα (όπως και η Ελλάδα), προήλθαν από μια ιδεολογική – θεωρητική δραστηριότητα περί έθνους παρόμοια με την γερμανική ή (ακόμα χειρότερα) από την καλλιέργεια και την επιβολή μιας εθνικής μυθολογίας, και ότι αντίθετα δεν είχαν την προέλευσή τους στις ιδιαίτερες και ξεχωριστές πολιτισμικές συνιστώσες της καθημερινής ζωής των ευρωπαϊκών λαών, είναι μια άποψη εντελώς αυθαίρετη και αντιεπιστημονική και – το κυριότερο – βαθιά ανιστόρητη. Κι όμως, αυτό πράττουν όσοι συχνά-πυκνά μας βομβαρδίζουν με πύρινους λόγους για τους εθνικούς μύθους και τα ψέματα εξαιτίας των οποίων, όπως λένε, νομίζουμε ότι διαφέρουμε από τους άλλους: αντιμετωπίζουν την εθνική συνείδησή μας αποκλειστικά σαν το αποτέλεσμα μιας ακραίας ιδεολογικής χειραγώγησης και παραπλάνησης που μας επιβάλλεται δήθεν από το εκπαιδευτικό σύστημα και το κράτος. Κανείς βέβαια από όλους αυτούς τους ηρωικούς «αποδομιστές» της δήθεν σκληροπυρηνικής εθνικής ιδεολογίας δεν υπολόγισε ότι πιθανότατα νιώθουμε πως διαφέρουμε π.χ. από τους Τούρκους όχι επειδή μας το είπε κάποιος στο σχολείο, αλλά απλούστατα και πρώτα απ’ όλα επειδή ζούμε σε άλλες συνθήκες, έχουμε άλλη ιστορία και άλλο πολιτισμό από αυτούς. Αν γίνει, όμως, αυτό θα καταρρεύσει αυτόματα όλη η αντεθνική θεωρία….
Η ιστορία μάς διδάσκει ότι η εθνική ετερότητα υπήρχε σε κάθε εποχή, ακόμα και όταν δεν ήταν απόλυτα συνειδητή, και ότι είναι συνεπώς μια πραγματική ιστορική κατηγορία. Πάντοτε οι άνθρωποι χωρίζονταν σε επιμέρους ομάδες και κοινότητες, μεγαλύτερες ή μικρότερες, και διαμόρφωναν μέσα σε αυτές συγκεκριμένες τοπικές ή και ευρύτερες συνειδήσεις. Αυτό ισχύει φυσικά και σήμερα, όσο κι αν έχουμε ρομαντικές φιλοδοξίες ότι μπορούμε να γίνουμε όλοι ένα και όσο κι αν δοκιμάζονται τα τοπικά χαρακτηριστικά από μια όλο και αυξανόμενη παγκόσμια ομογενοποίηση. Και ισχύει διότι απλούστατα αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ξετυλίγεται η ανθρώπινη ζωή.
Το έθνος είναι συνεπώς μια ολοζώντανη πραγματικότητα και όχι μια αφηρημένη έννοια ή μια ιδεολογική κατασκευή χτισμένη με όμορφους μύθους. Οπωσδήποτε είναι πολύ εύκολο να αναχθεί το έθνος σε ιδεολογία και να ντυθεί με δεκάδες ψέματα και μύθους – αυτό έχει αποδειχτεί πολλές φορές και με πολύ επώδυνο μάλιστα τρόπο (βλ. π.χ. Φασισμό-Ναζισμό). Το να θεωρούμε, όμως, ότι κάθε εκδήλωση εθνικής συνείδησης είναι υποχρεωτικά και μια τέτοια μορφή ιδεολογικής πλάνης, είναι όχι μόνο αφελές, αλλά και ύπουλο. Γιατί πίσω από αυτή τη θέση κρύβεται τελικά μια άλλη ιδεολογία, πιθανότατα εξίσου σκληροπυρηνική με την υποτιθέμενη εθνικιστική…..
Ο ΑΦΕΛΗΣ ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ…..

Ο νεωτερικός πολιτισμός της δυτικής Ευρώπης θεωρήθηκε πολύ γρήγορα από τους ίδιους τους φορείς του, όπως είδαμε και στο προηγούμενο σημείωμα, πρότυπος. Προβλήθηκε μέσω της αποικιοκρατίας (και προβάλλεται εν πολλοίς ακόμα και σήμερα με άλλους τρόπους) ως το ιδανικό πολιτισμικό μοντέλο, ως το τέλειο εκείνο παράδειγμα που έπρεπε να μιμηθούν και να υιοθετήσουν όλα τα έθνη ώστε να προοδεύσουν και να απαλλαγούν από έναν δήθεν παρωχημένο και ξεπερασμένο τρόπο ζωής τον οποίο η δυτική νεωτερικότητα είχε κατορθώσει να ξεπεράσει.
Αφήνοντας κατά μέρος το κατά πόσον πέτυχε τελικά αυτό το παγκόσμιας εμβέλειας σχέδιο της Δύσης για μια δυτικότροπη αναμόρφωση του πολιτισμού και «αλλαγή του κόσμου», αξίζει να προσέξουμε τις παραδοχές και τις βεβαιότητες στις οποίες εδράζεται. Με αυτό τον τρόπο όχι μόνο θα φανεί η ουτοπική διάστασή του, αλλά, ακόμα χειρότερα, θα αναδειχτούν η ακραία αφέλειά του, η επικίνδυνη απλοϊκότητά του και οι υπερφίαλες και ολοκληρωτικές προσδοκίες του. Από αυτές τις αυτονόητες παραδοχές πρέπει να προσέξουμε περισσότερο μία, γιατί σε αυτήν ουσιαστικά βασίζονται όλα τα υπόλοιπα, αυτήν δηλαδή που λέει ότι «όλοι είμαστε ίδιοι». Και πρέπει να την προσέξουμε γιατί σε αυτήν ακριβώς την (καθαρά διαφωτιστικής καταγωγής) πεποίθηση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι τελικά όχι μόνο ίσοι, αλλά και ίδιοι, βασίζεται η αισιοδοξία του δυτικού κόσμου ότι το πολιτισμικό του μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί παντού.
Παρότι με μια πρώτη σκέψη φαίνεται σωστή αυτή η αντίληψη, πολύ γρήγορα διαπιστώνουμε πως το γεγονός ότι μοιραζόμαστε με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους του κόσμου την ιδιότητα του ανθρώπου, το ότι ανήκουμε δηλαδή στο ίδιο είδος, δε συνεπάγεται απαραίτητα και ότι μοιραζόμαστε με αυτούς τις ίδιες συνήθειες, αντιλήψεις και νοοτροπίες. Αυτή η πραγματικά υπεραπλουστευτική και αφελής θεώρηση του ανθρώπινου φαινομένου αγνοεί και παραβλέπει έναν πολύ σημαντικό παράγοντα: τις συνθήκες μέσα στις οποίες το ανθρώπινο είδος ζει. Η πολυπλοκότητα και η άπειρη μέσα στο χρόνο διαφοροποίηση αυτών των συνθηκών της ανθρώπινης ζωής, καθώς και η διαφορετική κατά περίπτωση αλληλεξάρτησή τους με διάφορους παράγοντες (κλίμα, γεωγραφία κλπ.) διαχωρίζει τελικά τους ανθρώπους σε διαφορετικές ομάδες οι οποίες έχουν τον δικό τους, διακριτό και ξεχωριστό κάθε φορά χαρακτήρα, την δική τους ταυτότητα – και αυτές τις ομάδες είναι βέβαια τα έθνη. Το ανθρώπινο λοιπόν φαινόμενο διακρίνεται περισσότερο από μια ετερογένεια και πολυπλοκότητα παρά από την ανθρωπολογική ομοιογένεια και την γραμμικότητα με την οποία το αντιμετώπισαν οι διαφωτιστές και κατόπιν όλος ο δυτικός πολιτισμός.
Αυτήν ακριβώς την αναγκαστική ετερότητα και πολυπλοκότητα με την οποία ξεδιπλώνεται το ανθρώπινο φαινόμενο μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι ο δυτικός νεωτερικός πολιτισμός θεώρησε ότι μπορούσε να την καταργήσει και να την αφανίσει, επιβάλλοντας ένα δήθεν καθολικό και ανθρωπολογικά (=αντικειμενικά) καθορισμένο πρότυπο (το δυτικό), το οποίο όμως ήταν στην πραγματικότητα μια ακόμα ετερότητα και τίποτα περισσότερο. Είναι προφανές πόσο ολοκληρωτικό και ισοπεδωτικό είναι ένα τέτοιο σχέδιο, το οποίο αδιαφορώντας για τις πραγματικές και όχι επίπλαστες ιδιαιτερότητες και τις επιμέρους παραλλαγές που παίρνει η ανθρώπινη ζωή σε κάθε τόπο, προσπαθεί στο όνομα της ανθρώπινης φύσης και στο όνομα μιας αφηρημένης και θεωρητικής πανανθρώπινης ομοιότητας να επιβάλει στην πραγματικότητα έναν πολιτισμό πάνω σε όλους τους άλλους. Και είναι εξίσου προφανές το πόσο επικίνδυνο είναι αυτό το σχέδιο για την αλλοτρίωση του ίδιου του φαινομένου της ανθρώπινης ζωής το οποίο με αυτό τον τρόπο απογυμνώνεται από την εγγενή ζωτικότητα και πολυμορφία του και περιορίζεται μέσα σε πολύ στενά, αυστηρά προκαθορισμένα πλαίσια.
Αυτό το φάσμα της ισοπέδωσης και της κατάργησης κάθε διαφορετικότητας, κάθε ταυτότητας και ιδιομορφίας, το αντιμετωπίζουμε φυσικά και σήμερα μέσα από το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, το οποίο δεν είναι παρά μια εξελιγμένη μορφή της παλιάς δυτικής αποικιοκρατίας και του δυτικού ιμπεριαλισμού, αυτή τη φορά στο επίπεδο του πολιτισμού. Η υψηλή τεχνολογία της σημερινής εποχής – αυτό είναι το «ηθικό» πρόταγμα και το άλλοθι της νέας αυτής «αποικιοκρατίας» στη θέση της ανθρώπινης φύσης – επιβάλλει την κατάργηση των εθνικών και τοπικών ιδιαιτεροτήτων και την ολική συνένωση του κόσμου, έτσι που να δημιουργηθεί ένα «παγκόσμιο χωριό». Οι δυτικοί εμπνευστές αυτού του νέου πανανθρώπινου σχεδίου, παρακολουθώντας βέβαια τους διαφωτιστές προγόνους τους, φαίνεται να πιστεύουν ότι η ανθρώπινη ζωή θα πάψει να καθορίζεται κάποια στιγμή από τους πραγματικούς, καθημερινούς παράγοντες που τη διαμορφώνουν σε κάθε τόπο και ότι θα αποκτήσει υπερεθνικά και υπερ-τοπικά χαρακτηριστικά. Μένει να διαψευστεί και αυτή η υπερφίαλη, ισοπεδωτική και αντιανθρωπιστική δυτική ελπίδα, όπως ακριβώς διαψεύστηκε και το όραμα της δυτικής αποικιοκρατίας του 19ου αιώνα.
Η αφελής αυτή πίστη στην απουσία κάθε ετερότητας και εθνικής ταυτότητας διακηρύχθηκε τις τελευταίες εβδομάδες και στη χώρα μας μέσα από το νέο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού – δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά. Οι συγγραφείς του βιβλίου, παρακάμπτοντας τις συχνές αναφορές στην εθνική ετερότητα Ελλήνων και Τούρκων, πιστεύουν αφελώς ότι τελικά θα την καταργήσουν και θα την απαλείψουν, ως εάν να ήταν ένα απλό λεκτικό κατασκεύασμα. Στην πραγματικότητα βέβαια απλά την παραβλέπουν. Με το να μην αναφέρουμε τις πραγματικές διαφορές που έχουμε με κάποιον άλλον για να μην καλλιεργείται δήθεν ένταση, όχι μόνο δεν εξαλείφουμε αυτές τις διαφορές, αλλά προχωράμε και σε μια πρωτοφανή και κωμική πράξη στρουθοκαμηλισμού. Οι διαφορές αυτές όχι μόνο ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους, αλλά ανάμεσα σε όλα τα έθνη, υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν όχι επειδή πρέπει να υπάρχουν, όχι δηλαδή για ιδεολογικούς λόγους (αυτή είναι η εσκεμμένη αντιστροφή που επικαλούνται ορισμένοι), αλλά επειδή απλούστατα δημιουργούνται από τις διαφορετικές συνθήκες μέσα στις οποίες, όπως αναφέραμε και παραπάνω, ζουν οι διάφορες ομάδες ανθρώπων. Πρέπει συνεπώς να τονίζουμε την ετερότητα όχι μόνο γιατί δεν μπορεί να μην υπάρχει, αλλά και γιατί αποτελεί τελικά την ουσία της ίδιας της ανθρώπινης εξέλιξης. Η μορφή βέβαια με την οποία πρέπει να τονίζονται αυτές οι διαφορές δεν πρέπει αποκτά σε καμία περίπτωση επιθετικό χαρακτήρα, γιατί σε αυτή την περίπτωση από το χώρο του πατριωτισμού και του υγιούς εθνισμού θα βρεθούμε στον επικίνδυνο χώρο του εθνικισμού και του σοβινισμού. Το να αποδίδουμε, όμως, εξ αρχής σε κάθε εκδήλωση της ετερότητας τη μομφή του εθνικισμού είναι οπωσδήποτε μια εξίσου ακραία προκατάληψη όσο και ο ίδιος ο εθνικισμός. Αλλά αυτό δεν το αποδέχονται όσοι δεν είναι αμερόληπτοι….
Πριν λοιπόν αποδεχτούμε κάθε πύρινο λόγο κατά της ετερότητας και της διαφορετικότητας στο όνομα μιας αόριστης «πανανθρώπινης αλληλεγγύης» από αυτούς που συχνά πυκνά μας βομβαρδίζουν, ας αναλογιστούμε όχι μόνο τη δυνατότητα της εφαρμογής του, αλλά και το βαθμό της αντικειμενικότητάς του. Το πιο πιθανό είναι ότι προσπαθεί να παρουσιάσει ως αντικειμενική μια άποψη καθαρά υποκειμενική, άρα ότι προσπαθεί να εξαπατήσει…..
ΠΟΣΟ ΑΝΗΚΟΥΜΕ ΤΕΛΙΚΑ ΣΤΗ ΔΥΣΗ;

Ο υλιστικός, ατομοκεντρικός και αστικός πολιτισμός που διαμορφώθηκε και παγιώθηκε στη δυτική Ευρώπη αλλά και στις Η.Π.Α. μετά το Διαφωτισμό, κατέστη από νωρίς, όπως αναφέραμε και σε προηγούμενα σημειώματα, μια διακριτή ιστορική και πολιτισμική κατηγορία που δηλώνεται με τον εύχρηστο όρο «Δύση». Ως επιμέρους εκφάνσεις, πάντως, αυτού του πολιτισμικού μοντέλου θεωρούνται σήμερα οι κουλτούρες όχι μόνο των δυτικοευρωπαϊκών χωρών και των Η.Π.Α., αλλά και πολλών ακόμα χωρών που κατά το μάλλον ή ήττον δε σχετίζονται γεωγραφικά με τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, όπως π.χ. η χώρα μας. Ο όρος συνεπώς «Δύση» έχει υποστεί μια σαφή διεύρυνση η οποία μάλιστα είναι πλέον αποδεκτή χωρίς ιδιαίτερες ενστάσεις.
Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, όπως και στην περίπτωση της μεταφυσικής, είναι πολύ σημαντικό να διευκρινίσουμε πρώτα απ’ όλα ποιος είναι ο φορέας αυτής της άποψης. Πρέπει να δούμε, με άλλα λόγια, από πού προέρχεται η άποψη ότι χώρες μη δυτικοευρωπαϊκές, όπως και η Ελλάδα, ανήκουν στη Δύση και ότι μπορούν να περιγραφούν επακριβώς από την ιστορική και πολιτισμική αυτή κατηγορία. Και είναι απαραίτητο αυτό διότι έτσι μόνο μπορούμε να διαγνώσουμε την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητα αυτής της άποψης.
Αν λοιπόν αυτή η θεώρηση προέρχεται από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, πιθανότατα προβάλλει η ίδια η Δύση το πολιτισμικό της μοντέλο σε άλλα έθνη και λαούς για λόγους καθαρά κυριαρχικούς, χωρίς αυτά τα έθνη να έχουν υιοθετήσει πραγματικά αυτό το μοντέλο. Και είναι λογικό να το πράττει αυτό, καθώς έτσι ενισχύει το κύρος της και δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει ρόλο προτύπου στο σύγχρονο κόσμο. Η υπαγωγή, εξάλλου, μη δυτικοευρωπαϊκών χωρών στη Δύση μπορεί να προέρχεται και από αυτές τις ίδιες τις χώρες, και πιο συγκεκριμένα από μια μερίδα ανθρώπων τους που για κάποιο λόγο εκτιμούν και συμπαθούν τη Δύση. Όσον αφορά την Ελλάδα, αυτό συνέβη κατ’ εξοχήν κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Οι λόγιοι του Διαφωτισμού θεώρησαν ότι η Ελλάδα σχετίζεται άμεσα με τη Δύση κυρίως επειδή οι ίδιοι είχαν κάποια επαφή με αυτήν (ζούσαν και δρούσαν εκεί). Κάτι παρόμοιο βέβαια συμβαίνει και σήμερα. Και στις δύο λοιπόν αυτές πιθανές περιπτώσεις ενέχεται το υποκειμενικό στοιχείο. Υπάρχει μια προκατάληψη υπέρ της Δύσης. Οι μεν δυτικοευρωπαίοι αρέσκονται να πιστεύουν ότι ο πολιτισμός τους έχει επιβληθεί και σε άλλα έθνη, οι δε απανταχού και όχι μόνο οι Έλληνες «δυτικόφιλοι» θεωρούν ότι η Δύση έχει κάτι κοινό με αυτούς και την πατρίδα τους και ότι με κάποιο τρόπο τους εκφράζει. Και ποια είναι λοιπόν η αλήθεια; Ανήκουν τελικά οι μη δυτικοευρωπαϊκές χώρες της Δύσης…….στη Δύση; Το οξύμωρον της ερώτησης προοικονομεί νομίζω την απάντηση….
Ας αναφερθούμε, όμως, πιο συγκεκριμένα στη χώρα μας. Η θέση της Ελλάδας στον πολιτισμικό χώρο της Δύσης θεωρείται σήμερα σχεδόν αδιαμφισβήτητη. Οι λεγόμενοι «ευρωπαϊστές» μας έχουν πείσει ότι η Ελλάδα όχι μόνο ανήκει πλέον στη Δύση, αλλά και ότι πρέπει να ανήκει σε αυτήν λόγω της παράδοσής της. Στην πραγματικότητα, όμως, έχουμε και σε αυτή την περίπτωση μια προβολή υποκειμενικών απόψεων πάνω σε μια πραγματικότητα: επειδή οι «ευρωπαϊστές» αγαπούν τη Δύση και τον πολιτισμό της πιστεύουν ότι και η Ελλάδα ανήκει σε αυτόν και ότι ο πολιτισμός της χώρας μας είναι ομόλογος με αυτόν της Δύσης. Κανένα βέβαια από αυτά τα δύο δεν ισχύει….
Κατ’ αρχήν, η αδιαμφισβήτητη οικονομική και γεωπολιτική σχέση της Ελλάδας με τον δυτικό κόσμο σήμερα, η οποία προβάλλεται συχνά ως απόδειξη της «δυτικότητάς» μας, δε συνεπάγεται απαραίτητα και ευθεία πολιτισμική σχέση με τη Δύση. Ειδικά στην Ελλάδα, περισσότερο από ό,τι σε κάθε άλλη χώρα «εκδυτικισμένη», συνεχίζουν να υφίστανται, έστω και με εμφανή πλέον τον κίνδυνο της αλλοίωσής τους, πολιτισμικές αξίες, κοινωνικοί κώδικες, αντιλήψεις και συνήθειες ολότελα διαφορετικά από αυτά της Δύσης. Η πίστη στο θεσμό της οικογένειας, η βαθιά ριζωμένη αντίληψη της ζωής ως κοινωνικού και όχι ως ατομικού φαινομένου – αντίληψη που γεννά την αλληλεγγύη και τον καθημερινό ανθρωπισμό -, καθώς και η εξίσου καλά στεριωμένη σχέση με τη μεταφυσική είναι μερικά μόνο στοιχεία του σύγχρονου νεοελληνικού πολιτισμού ( θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πολλά ακόμα) που απουσιάζουν πλήρως από τον δυτικό πολιτισμό και το σύστημα αξιών του και τα οποία εξακολουθούν να μας διαχωρίζουν σαφώς από αυτόν, σε πείσμα εκείνων που θέλουν να βλέπουν αλλιώς τα πράγματα.
Η σθεναρή διατήρηση αυτών των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων στη χώρα μας οφείλεται φυσικά στην βαθιά ιστορική, μακραίωνη θεμελίωσή τους και στην καθαρά παραδοσιακή τους διάσταση – και εδώ ερχόμαστε στην αναίρεση του δεύτερου επιχειρήματος των «ευρωπαϊστών», ότι δηλαδή ο πολιτισμός μας είναι ομόλογος με τον δυτικό. Ο νεοελληνικός πολιτισμός έχει διαμορφωθεί μέσα από διεργασίες όχι μόνο εντελώς ανόμοιες, αλλά και χρονικά άσχετες με τις διεργασίες μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκε ο νεότερος δυτικός. Ενώ η Δύση είναι στην πραγματικότητα ένα πολιτισμικό μόρφωμα που άρχισε να σχηματίζεται στον ύστερο Μεσαίωνα μέσα από την ίδρυση των πρώτων δυτικοευρωπαϊκών εθνικών κρατών, την άνοδο της αστικής τάξης και την εμφάνιση των εθνικών γλωσσών, ο νεοελληνικός πολιτισμός αποτέλεσε την τελική αποκρυστάλλωση μιας μακραίωνης συνθετικής διεργασίας αντιτιθέμενων πολλές φορές στοιχείων, της οποίας η απαρχή χάνεται στα ομηρικά χρόνια. Στηρίζεται συνεπώς σε μια παράδοση με εντελώς διαφορετικά και πολύ πιο περίπλοκα στο χρόνο νήματα από αυτά στα οποία στηρίζεται η Δύση.
Και στο περιεχόμενο βέβαια αυτής της παράδοσης είναι μεγάλες οι διαφορές. Οι «ευρωπαϊστές» χλευάζουν πολύ συχνά τον όρο «καθ’ ημάς Ανατολή» που δειλά προφέρεται από ορισμένους κύκλους ώστε να διαχωριστούμε από τη Δύση. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτός είναι και ο καταλληλότερος όρος. Ο ελληνικός πολιτισμός μέσα από μια πραγματικά μοναδική πνευματική περιπέτεια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα κατόρθωσε να διαμορφώσει έναν εντελώς διακριτό και ενιαίο χαρακτήρα που συνένωσε ακόμα και στοιχεία που ήταν αρχικά αντιτιθέμενα ή ως ένα βαθμό ασύμβατα. Η «καθ’ ημάς Ανατολή» δεν είναι, όπως λένε οι «ευρωπαϊστές», ένα ιδεολόγημα που έχουν κατασκευάσει ορισμένοι για να αποφύγουν το «μίασμα»της Δύσης, αλλά αντίθετα μια πραγματική ιστορική κατηγορία, διαφορετική από αυτή της Δύσης. Μια κατηγορία που ως κύριό της γνώρισμα έχει μια μοναδική, αλλά όχι και παρά φύσιν σύζευξη του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού. Οι δύο αυτοί κολοσσοί του ανθρώπινου πολιτισμού, μέσα από μια εντελώς ιδιότυπη αλληλεπίδραση, βρήκαν σημεία επαφής – ενδεικτικά: το κύρος της μεταφυσικής, την έννοια της κοινωνίας – και δημιούργησαν τελικά μια ανατολική παράδοση, εντελώς διακριτή από την δυτική και από την ανατολική-μουσουλμανική. Αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι η ελληνική αρχαιότητα που θεωρείται η βαθύτερη πηγή του νεότερου δυτικού πολιτισμού, είναι μέρος μιας εντελώς άλλης παράδοσης και ότι η υιοθέτησή της ως προτύπου από τη Δύση ήταν περισσότερο ένα δάνειο και μια απομίμηση, παρά μια οργανική και φυσική εκμετάλλευσή της, πράγμα που τελικά οδήγησε και σε μια επιλεκτικά και χρησιμοθηρικά διαστρεβλωτική αντιμετώπισή της από τη Δύση. Αλλά αυτό το ζήτημα απαιτεί ξεχωριστή διαπραγμάτευση. Όταν λοιπόν λέμε ότι ανήκουμε στη Δύση, πρέπει να αναλογιζόμαστε και το βαθμό στον οποίο ανήκουμε, αλλά και αν πρέπει να ανήκουμε σε αυτήν. Κι αυτό γιατί έχουμε έναν ιδιαίτερο πολιτισμό που λόγω της ιστορικής του βαρύτητας δεν πρέπει να αφανιστεί.
Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ (ΚΑΙ) ΣΤΟ ΝΕΟΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ

Ο προγραμματικά διττός στόχος του Διαφωτισμού, δηλαδή ο εξοβελισμός αρχικά της μεταφυσικής ως εργαλείου ερμηνείας του κόσμου από τον άνθρωπο και η ακόλουθη αντικατάστασή της από την ατομική συνείδηση, επιτεύχθηκε, όπως είχαμε αναφέρει σε προηγούμενο σημείωμα, μέσα σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα χάρη στις ραγδαίες κοινωνικές, οικονομικές και παραγωγικές εξελίξεις στη δυτική Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα. Ο καπιταλιστικός, αστικός, ατομικιστικός και υλιστικός κόσμος που αναδύθηκε εκείνη την εποχή και που υφίσταται έστω εξελιγμένος μέχρι σήμερα, καταχωρίστηκε έτσι στην ιστορία ως το πρώτο πολιτισμικό μόρφωμα που ενσυνείδητα και εμπρόθετα ήρθε σε πλήρη διάσταση και ρήξη με κάθε τι εξωκοσμικό, άυλο και μη εμπειρικό- αισθητηριακό, κοντολογίς με κάθε τι μεταφυσικό.
Ένα εύλογο ερώτημα που γεννάται καθώς πραγματοποιεί κανείς αυτή τη σκιαγράφηση της δυτικής κουλτούρας, είναι «ποιός τα λέει όλα αυτά;». Με άλλα λόγια: «αυτή η εικόνα που υπάρχει παγκόσμια για τη Δύση από πού προέρχεται;». Η απάντηση είναι βέβαια «από την ίδια τη Δύση». Όπως είχαμε άλλωστε αναφέρει και σε παλαιότερο σημείωμα, η αυτοαναφορικότητα και ο αυτοπροσδιορισμός υπήρξαν εξ αρχής πρωταρχικά μελήματα της νεωτερικότητας. Ο νεότερος κόσμος έπρεπε εκ των πραγμάτων και από τη φύση του να διαχωριστεί από κάθε τι άλλο.
Το να αυτοπροσδιορίζεται κάποιος και να καθορίζει την ταυτότητά του δεν είναι απαραίτητα ή εξ υπαρχής κακό – πολύ περισσότερο, δηλώνει αυξημένη αυτοσυνείδηση. Κρύβει, ωστόσο, την επικίνδυνη παγίδα του εγκλωβισμού στην εικόνα που σχηματίζει ο ίδιος για τον εαυτό του. Τούτο είναι επικίνδυνο γιατί αυτή η αυτοεικόνα πολλές φορές δεν είναι γνήσια και αληθινή, αλλά συγχέεται εύκολα με τις προσδοκίες και τις αξιώσεις που έχει κανείς για τον ίδιο του τον εαυτό. Νομίζουμε π.χ. συχνά ότι έχουμε κάποια χαρακτηριστικά, ενώ στην πραγματικότητα δεν τα έχουμε· και επειδή θα θέλαμε να τα έχουμε, τα προβάλλουμε στην τωρινή μας κατάσταση. Στην περίπτωση του νεωτερικού δυτικού πολιτισμού ισχύει κάτι παρόμοιο. Η εικόνα που υπάρχει για τη Δύση σήμερα σε όλο τον κόσμο, ότι δηλαδή έχει αποκηρύξει πλήρως τη μεταφυσική, όχι μόνο έχει δημιουργηθεί από την ίδια, αλλά είναι παραμορφωτική και επίπλαστη. Ή πιο σωστά, επειδή έχει δημιουργηθεί από την ίδια, είναι παραμορφωτική και επίπλαστη. Η απόλυτη και οριστική απάλειψη της μεταφυσικής είναι – ακόμα και σήμερα – περισσότερο ένας «ευσεβής» πόθος, ένα ρητορικό πρόταγμα της νεωτερικότητας, παρά μια συντελεσμένη πραγματικότητα. Είναι κάτι που θα ήθελε πολύ να πετύχει, αλλά δεν το έχει επιτύχει και που γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο συνεχίζει επίμονα να το προβάλλει ως βασικό της γνώρισμα μήπως επιτύχει την λεγόμενη αυτοεκπληρούμενη προφητεία!
Την κατασκευασμένη αυτή «πραγματικότητα» και εικόνα την ανακαλύπτουμε όχι μόνο διαπιστώνοντας ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν έστω και σχετικά λίγοι άνθρωποι στο δυτικό κόσμο με μεταφυσικές ανησυχίες, αλλά παρατηρώντας – και αυτό είναι ειρωνικό – ότι από τα πρώτα της βήματα μέχρι και σήμερα η νεότερη Δύση έχει οδηγηθεί τελικά σε μια δική της μεταφυσική. Ο νεότερος δυτικός πολιτισμός υιοθέτησε και εφάρμοσε πολύ γρήγορα έναν τρόπο έκφρασης μεταφυσικό, με την τεχνική πια έννοια του όρου, ο οποίος δημιούργησε ξανά ό,τι υποτίθεται στόχευε να διαλύσει. Η νεωτερικότητα και ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής προβλήθηκαν π.χ. μέσω της αποικιοκρατίας με όρους μυθολογικούς. Η Δύση από ιστορική πραγματικότητα ανάχθηκε σε ιδέα, σε κάτι πρότυπο και σχεδόν ιερό, που έπρεπε να διαδοθεί σε όλο τον κόσμο, έγινε εντέλει μια κοσμική θρησκεία. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την έννοια του ατόμου, η οποία πραγματικά θεοποιήθηκε π.χ. από αυτόν που είπε ότι «ο Θεός πέθανε» (βλ. Νίτσε)! Πολλές, εξάλλου, θεωρίες που προγραμματικά θεωρούνταν αμιγώς υλιστικές (βλ. κομμουνισμός) κατέληξαν να αποτελούν μοντέρνες θρησκείες. Μπορεί να απαρνήθηκε λοιπόν η Δύση τις γνωστές θρησκείες, αλλά δεν μπόρεσε να απαλλαγεί τελικά από έναν μεταφυσικό τρόπο έκφρασης και σκέψης. Και η αυτοεικόνα που σχημάτισε ήταν μια ιδεολογική κατασκευή αυτοβαυκαλισμού και αυθυποβολής για τη δήθεν αποκήρυξη της μεταφυσικής, η οποία (κατασκευή) κατέληξε και η ίδια τελικά να γίνει ένα οιονεί θρησκευτικό δόγμα. Όλα αυτά δείχνουν ότι η νεότερη δυτική κουλτούρα πολεμώντας τη μεταφυσική «λακτίζει προς κέντρα » και ότι διακατέχεται από υπέρμετρες φιλοδοξίες που – το κυριότερο – αντιστρατεύονται βασικά συστατικά του ανθρώπινου ψυχισμού και της ανθρώπινης συνείδησης. Η μεταφυσική είναι, όπως δείχνει ειρωνικά και η πορεία της ίδιας της Δύσης, μια σχεδόν αδήριτη αναγκαιότητα της ανθρώπινης φύσης, που αντιστέκεται καταστροφικά σε όποιον την αντιπαρέρχεται με ευκολία και αλαζονεία. Ας μην είμαστε λοιπόν τόσο προκατειλημμένοι εναντίον της.
ΔΥΣΗ: ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΘΕΜΕΛΙΟΥ….

Σε προηγούμενο σημείωμα έγινε σαφές ότι το κυριότερο στοιχείο του νεότερου δυτικού κόσμου το οποίο εξ αρχής τον διαχώρισε και συνεχίζει να τον διαχωρίζει από κάθε πρότερη μορφή πολιτισμού, είναι η απαξίωση και η ακύρωση της μεταφυσικής. Η ρήξη του Διαφωτισμού με το παρελθόν, είτε το χριστιανικό-μεσαιωνικό είτε το ελληνορωμαϊκό, ήταν στην ουσία της και στον πυρήνα της μια ρήξη με την έως τότε κυριαρχία της μεταφυσικής στην πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού. Οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες του Διαφωτισμού (κοινωνικές επαναστάσεις, αστικοποίηση, δημιουργία εθνικών κρατών, βιομηχανική επανάσταση) έφεραν τελικά σε πέρας το αρχικό πρόγραμμα του πνευματικού αυτού κινήματος. Ο νεότερος δυτικός άνθρωπος «απαλλάχτηκε» από το παλαιότερο «βάρος» και αφέθηκε μόνος του πλέον να ρυθμίσει τη ζωή του και να διεκδικήσει την υλική και βιοτική του ευτυχία. Το βασικό αίτημα του Διαφωτισμού, η ατομική ελευθερία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πλέον σήμερα, έστω και κάτω από τον ευρύ όρο «ανθρώπινα δικαιώματα», ο θεμέλιος λίθος της δυτικής κουλτούρας, αυτό που τελικά την διακρίνει από κάθε άλλο σύγχρονο πολιτισμικό μόρφωμα.
Αυτή η μοναδική στην ιστορία μεταπήδηση από τη μεταφυσική στον ίδιο τον άνθρωπο οδήγησε αυτόματα σε μια σειρά από εξίσου μοναδικές οντολογικές και γνωσιολογικές ανατροπές, γέννησε μια εντελώς νέα κοσμοθεωρία. Με την άρνηση της οποιασδήποτε μορφής της μεταφυσικής (μοίρας, τύχης, θεού, ιδεών κλπ.) ο άνθρωπος έγινε πλέον ο ίδιος το μοναδικό έγκυρο μέτρο για την ερμηνεία και την κατανόηση του κόσμου. Όλες οι παλιές κατηγορίες νόησης και γνώσης, οι αρχές με τις οποίες προσέγγιζε ο άνθρωπος τον κόσμο κατέρρευσαν ως στοιχεία εξωγενή του ανθρώπου, με αποτέλεσμα η πρόσληψη του εμπειρικού κόσμου από την ατομική συνείδηση να αναδυθεί ως το μοναδικό βέβαιο εργαλείο ερμηνείας των φαινομένων. Η μεγάλη επανάσταση έγινε βέβαια με τον Kant, ο οποίος διακήρυξε οριστικά την αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τον εαυτό του και να κατανοήσει τα ίδια τα πράγματα αντικειμενικά. Ο κόσμος, με άλλα λόγια, έπαψε να έχει την εξωτερική του ανεξαρτησία από τον άνθρωπο ή, αντίστροφα, ο άνθρωπος έπαψε να αντικρύζει τον κόσμο ως μια αντικειμενική εξωτερική πραγματικότητα η οποία διέπεται από τους δικούς της νόμους. Πολύ περισσότερο, έπαψε έτσι να αναγνωρίζει και κάθε μορφή μεταφυσικής, κάθε μορφή δηλαδή δύναμης ανώτερης και μη επαληθεύσιμης εμπειρικά από τον άνθρωπο. Το άτομο και η ιδιαίτερη, μοναδική συνείδησή του αναδείχτηκαν σε όλο τους το μεγαλείο.
Όπως έχουμε ξανατονίσει, η ταυτόχρονη ανάδειξη της ανθρώπινης ατομικότητας και ιδιαιτερότητας και ο απογαλακτισμός του ανθρώπου από τη μεταφυσική, έχουν πιστωθεί στο Διαφωτισμό και ευρύτερα στη νεωτερικότητα ως κοσμοϊστορικά, σχεδόν προμηθεϊκά κατόρθωματα, ως τα πιο θαρραλέα βήματα που έχει κάνει ποτέ ο άνθρωπος στην ιστορία του. Αυτή η μυθοποίηση του νεωτερικού πολιτισμού είναι εύλογη μεν, αλλά την ίδια στιγμή αποκρύπτει τα εγγενή προβλήματά του και – το κυριότερο – τα νέα δραματικά κενά και ερωτηματικά που εκ των πραγμάτων προκάλεσε.
Η κατάργηση της μεταφυσικής και η ανάδειξη της ατομικής πρόσληψης του κόσμου οδηγούν κατ’ αρχήν σε έναν απόλυτο και άκρατο σχετικισμό που έχει ως κέντρο του το άτομο, άρα σε έναν πλήρη ατομικισμό. Οντολογικές και γνωσιολογικές αρχές γενικού και καθολικού κύρους παύουν πλέον να υφίστανται και όλα είναι εξαρτημένα από την ατομική συνείδηση. Τίποτα βέβαιο δεν υπάρχει, τίποτα δεν είναι σίγουρο, και καμία συλλογική άρα και κοινωνική ή ηθική αρχή δεν έχει αντικειμενικό κύρος. Το κυριότερο πρόβλημα, όμως, που γεννά η νεωτερική αυτή ανάδειξη του ατόμου είναι ότι παύει πλέον να εκπληρώνεται μια βασική, ζωτική ανάγκη του ανθρώπου: η ανάγκη του για ένα θεμέλιο, για μια απροϋπόθετη και αδιαπραγμάτευτη βάση και αρχή. Η αντικατάσταση των παλαιότερων θεμελίων από το ίδιο το άτομο την οποία επιχείρησε πολλές φορές ο δυτικός πολιτισμός για να αναπληρώσει το τεράστιο αυτό κενό, μαρτυρά οπωσδήποτε αυτή την αέναη και έμφυτη αγωνία του ανθρώπου για την ασφάλεια και τη βεβαιότητα, για την αιωνιότητα, αλλά είναι από τη φύση της ανεπαρκής και προβληματική. Η αυτοθεμελίωση, η πίστη του ατόμου ότι είναι το ίδιο κάτι βέβαιο και σίγουρο, είναι μια αιρετική και για αυτό το λόγο ματαιόπονη προσπάθεια να ενδυθεί ο κόσμος του Γίγνεσθαι και της φθοράς στον οποίο «πάντα ρει», τις αέναες και σταθερές ιδιότητες του κόσμου του Είναι. Τα ασφαλή και απροϋπόθετα θεμέλια που αναζητά ο άνθρωπος ανήκουν εκ των πραγμάτων στο χώρο της μεταφυσικής γιατί απλούστατα είναι έξω και πάνω από το φθαρτό και διαρκώς εξελισσόμενο χωροχρονικό πλαίσιο του κόσμου.
Εφόσον αυτή η αυτοαναφορική διαδικασία στην οποία έχει εμπλακεί ο δυτικός άνθρωπος για να βρει ένα σίγουρο θεμέλιο έστω και μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, αποβαίνει άκαρπη και στείρα και του αφήνει αναπάντητα τα έμφυτα υπαρξιακά και οντολογικά ερωτήματά του, εύλογα αναρωτιόμαστε σε ποιό βαθμό τελικά ο νεότερος δυτικός πολιτισμός είναι τόσο ανθρωπιστικός, όσο θέλει να πιστεύει και διακηρύσσει ότι είναι. Η απάντηση έρχεται μάλλον αβίαστα. Αν η πραγματική έννοια και ουσία του ανθρωπισμού είναι τελικά η πληρέστερη δυνατή κατανόηση όλων, ακόμα και των βαθύτερων αναγκών του ανθρώπου, και όχι μόνο η επίτευξη ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου, προφανώς ο «προοδευτικός» δυτικός κόσμος έχει αφήσει τους ανθρώπους του μόνους και αβοήθητους να αναζητούν μέσα σε έναν κόσμο υλικής αφθονίας και ευμάρειας μεν, αλλά φθαρτό και εφήμερο, μια απόλυτη βεβαιότητα και σιγουριά, ένα τελικό και απροϋπόθετο θεμέλιο που το έχουν πραγματικά ανάγκη.
Κάποιοι θα αντιτείνουν σε όλους αυτούς τους προβληματισμούς ότι αυτό ίσως ήταν τελικά το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει ο άνθρωπος για να κατακτήσει την πολυπόθητη ελευθερία και την ευημερία που απολαμβάνει σήμερα. Ίσως να είναι έτσι. Το να δεχόμαστε, όμως, ένα τέτοιο τίμημα σημαίνει ότι έχουμε αλλοτριωθεί πλήρως ως άνθρωποι και ότι έχουμε φτάσει στο απόλυτο εκείνο σημείο του πεσιμισμού και του μηδενισμού όπου δεν έχουμε ανάγκη πλέον για κανένα θεμέλιο, για καμιά βεβαιότητα, αλλά απλά υπάρχουμε και διεκπεραιώνουμε τις υλικές μας ανάγκες. Αν σε αυτό τον εκφυλισμό της ανθρώπινης φύσης έχει οδηγήσει η έλλειψη θεμελίων και «φάρων», σταθερών και αιώνιων στηριγμάτων μέσα στον διαρκώς ρέοντα κόσμο, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να αναθεωρήσουμε τη στάση μας και να επιστρέψουμε στην πηγή αυτών των αγαθών: στη μεταφυσική. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι να νικήσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Αυτό τελικά ίσως είναι και το δυσκολότερο μέσα στον ατομοκεντρικό κόσμο της νεωτερικότητας. Αξίζει, ωστόσο, να προσπαθήσουμε.